Το όνομά της έχει ταυτιστεί με το έπος του ’40, είναι άλλωστε η «τραγουδίστρια της νίκης», όπως έμεινε στην ιστορία, αφού τα δικά της τραγούδια ήταν αυτά που κρατούσαν ψηλά το φρόνημα όλων, στρατιωτών και πολιτών. Αυτό, όμως, όσο δίκαιο είναι, άλλο τόσο… άδικο είναι παράλληλα, αφού η Σοφία Βέμπο, για την οποία ο λόγος, είχε μία φωνή που μπορούσε να πει τα πάντα, μπορούσε να σε ταξιδέψει παντού. Και η απόδειξη για αυτό, ή μάλλον μία από τις αποδείξεις, είναι και το τραγούδι «Πόσο λυπάμαι», το ωραιότερο ελληνικό βαλς που σε ταξιδεύει σε μια άλλη εποχή, διαφορετική, πιο αληθινή, στην εποχή της Παλιάς Αθήνας…
Για να σε εκδικηθώ: Η ιστορία του διάσημου τραγουδιού 〉
Η ιστορία του τραγουδιού «Πόσο λυπάμαι»


Μια εποχή στην οποία όλα ήταν διαφορετικά. Ακόμη και τα ονόματα… Το σημερινό Κολωνάκι ήταν τα… Κατσικάδικα. Το Θησείο ήταν τα Αλώνια, η σημερινή Πεύκη ήταν η Μαγκουφάνα, η περιοχή της οδού Πατησίων ήταν η Λεβίδη. Εντελώς άλλος κόσμος, άλλο σκηνικό, άλλοι άνθρωποι και άλλη νοοτροπία, άλλος τρόπος για να ζεις τη ζωή, τις χαρές της, τις λύπες της, τις δυσκολίες της. Με έναν κοινό παρονομαστή: Τη φωνή της Σοφίας Βέμπο.
Ζητάτε να σας πω: Η ιστορία του θρυλικού τραγουδιού που γράφτηκε μέσα σε 10 λεπτά! 〉
Η Παλιά Αθήνα

Μια Αθήνα στην οποία δέσποζε και την οποία «αγκάλιαζε» η φωνή της Σοφίας Βέμπο, η οποία ακόμη και σήμερα μας ταξιδεύει εκεί. Μέσα από τα τραγούδια της που έμειναν στην ιστορία και τα οποία βοήθησαν παράλληλα (βλέπε ’40) να γραφτεί αυτή…
Πόσο λυπάμαι
Στίχοι: Βασίλης Σπυρόπουλος και Πάνος Παπαδούκας – Μουσική: Κώστας Γιαννίδης
Πολλές αγάπες γνώρισα αγάπησα και χώρισα
Μα όπου κι αν γυρνούσα εσένα ζητούσα
Στα όνειρα τα χίλια μου σε γύρευαν τα χείλια μου
Σε γύρευε η ψυχή μου και πόθοι κρυφοί μου
Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα
Πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό
Μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω
Γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δε θα μπορώ
Γείρε κοντά μου αγάπη γλυκιά μου
Θέλω ακόμα ξανά να σου πω
Πόσο φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω
Και πως να σε ξεχάσω που τόσο σ’ αγαπώ
Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα
Πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό
Μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω
Γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δε θα μπορώ
Γείρε κοντά μου αγάπη γλυκιά μου
Θέλω ακόμα ξανά να σου πω
Πόσο φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω
Και πως να σε ξεχάσω που τόσο σ’ αγαπώ
Ταξίδια στην Ελλάδα
Ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ: Η ιστορία του τραγουδιού
Ξέχνα ρε Μπίλι τη Φανή: Η ιστορία του αγαπημένου τραγουδιού
Διδυμότειχο μπλουζ: Η ιστορία του τραγουδιού του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα
Ακολουθήστε το exploringgreece.tv σε Instagram και Facebook
Συχνές Ερωτήσεις
Το «Πόσο λυπάμαι» είναι ένα ελληνικό βαλς του 1938 που τραγούδησε η Σοφία Βέμπο, η διάσημη «τραγουδίστρια της νίκης». Με στίχους του Βασίλη Σπυρόπουλου και Πάνου Παπαδούκα και μουσική του Κώστα Γιαννίδη, το τραγούδι παραμένει ένα από τα ωραιότερα δείγματα της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς.
Ο Μίμης Τραϊφόρος ήταν συγγραφέας και στιχουργός που αγάπησε τη Σοφία Βέμπο περισσότερο από όλους και τραγούδησε για αυτή και την αγάπη του. Παρόλο που η Βέμπο ήθελε να διαχωρίσει την καριέρα της από την προσωπική της ζωή, η σχέση τους έγινε αθάνατη μέσα από τα τραγούδια που αφιέρωσε σε αυτή.
Το τραγούδι περιγράφει τη λύπη για τα χρόνια που χάθηκαν πριν συναντηθούν δύο ψυχές και το φόβο να χαθούν ξανά. Τα θέματα του είναι η αγάπη, ο πόθος, η λύπη και ο φόβος της απώλειας, εκφρασμένα με τρυφερότητα και βάθος συναισθήματος που χαρακτηρίζει το ελληνικό βαλς.
Η Παλιά Αθήνα του 1938 ήταν εντελώς διαφορετική από σήμερα. Το Κολωνάκι ήταν τα Κατσικάδικα, το Θησείο τα Αλώνια και το Σύνταγμα ονομαζόταν Περιβολάκια. Στους δρόμους κινούνταν άμαξες και το παλιό τραμ, ενώ υπήρχε σαφή διαχωρισμός μεταξύ της καλής κοινωνίας και της Αθήνας των φτωχών και της ανέχειας.
Η Σοφία Βέμπο ονομάστηκε «τραγουδίστρια της νίκης» επειδή τα τραγούδια της κρατούσαν ψηλά το φρόνημα στρατιωτών και πολιτών κατά τη διάρκεια του έπους του '40. Η φωνή της και τα τραγούδια της συνέδεσαν αναπόσπαστα με τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου.









