Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, ορισμένες φράσεις επιβιώνουν πολύ περισσότερο από τα ίδια τα γεγονότα που τις γέννησαν. Μία από αυτές είναι το «Έγινε της Πόπης», μια έκφραση που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για να περιγράψει το απόλυτο χάος, τη σύγχυση και τον πανικό. Πίσω όμως από την καθημερινή αυτή φράση κρύβεται μια σκοτεινή και σχεδόν λησμονημένη τραγωδία. Το ναυάγιο του ατμόπλοιου «Πόπη» το 1934, ένα δυστύχημα που αποκάλυψε τις παθογένειες της μεσοπολεμικής ελληνικής ακτοπλοΐας και στοίχισε τη ζωή σε έντεκα ανθρώπους.
Το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου 1934, μέσα σε σφοδρή κακοκαιρία, το επιβατικό ατμόπλοιο «Πόπη» εκτελούσε ένα εκτεταμένο κυκλικό δρομολόγιο στο Αιγαίο: Πειραιάς – Σύρος – Πάρος – Νάουσα Πάρου – Νάξος – Φολέγανδρος – Σίκινος – Οία – Ίος – Θήρα – Ανάφη – Αμοργός – Αιγιάλη – Σχοινούσα – Ηρακλειά – Κουφονήσια, με επιστροφή μέσω Νάξου, Πάρου και Σύρου στον Πειραιά. Στο πλοίο επέβαιναν τουλάχιστον 122 επιβάτες. Μεταγενέστερες έρευνες ανέβασαν τον αριθμό στους 140 – καθώς και εμπορεύματα, ανάμεσά τους και ακριβά τυριά.
Το γερασμένο πλοίο

Λίγα μόλις ναυτικά μίλια από τον Πειραιά, κοντά στο Μικρό Καβούρι στον Λαιμό της Βουλιαγμένης, σημειώθηκε το μοιραίο. Το πλοίο εξόκειλε στη νησίδα Κασίδι, σε απόσταση περίπου 300 μέτρων από τις βραχονησίδες Φλέβες. Παρά την επικίνδυνη κλίση και την εισροή υδάτων, το σκάφος δεν βυθίστηκε ολοκληρωτικά. Η στεριά βρισκόταν σχεδόν δίπλα, ένα στοιχείο που αρχικά δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι η περιπέτεια θα είχε αίσιο τέλος. Ωστόσο, το σκοτάδι και η κακοκαιρία επιδείνωσαν δραματικά τις συνθήκες.

Το πλοίο δεν διέθετε επαρκή σωστικά μέσα ούτε ασύρματο τηλέγραφο για την άμεση αποστολή σήματος κινδύνου. Μέσα στη νύχτα, τρεις χωροφύλακες που συνόδευαν κρατουμένους στην Ανάφη ανέλαβαν πρωτοβουλία: άναψαν κλεφτοφάναρα και καθοδήγησαν επιβάτες προς τη βραχώδη ακτή του Κασιδιού. Παρά τις προσπάθειες, έντεκα άνθρωποι πνίγηκαν, όχι επειδή το πλοίο βυθίστηκε ολοκληρωτικά, αλλά μέσα στον πανικό και την άτακτη εγκατάλειψη.
Εικόνες που προκάλεσαν οργή


Η φράση, ωστόσο, έμεινε. Και κάθε φορά που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση ακραίας αναστάτωσης, κουβαλά, έστω και ασυνείδητα, τη μνήμη εκείνης της νύχτας του 1934, όταν το χάος δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά ζοφερή πραγματικότητα.
Ταξίδια στην Ελλάδα
Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος: Πώς βγήκε η φράση
Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος: Πώς βγήκε η φράση









